Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Muriwai Beach

Muriwai Beach 
Μία ξεχωριστή παραλία της Νέας Ζηλανδίας.





Το Muriwai , που ονομάζεται επίσης και Muriwai Beach , είναι μια παράκτια κοινότητα στη δυτική ακτή της περιοχής του Ώκλαντ στο βόρειο νησί της Νέας Ζηλανδίας . Η παραλία με μαύρη άμμο και η γύρω περιοχή είναι μια δημοφιλής περιοχή αναψυχής για το Aucklanders. Οι Gannets φωλιάζουν εκεί σε μια μεγάλη αποικία στα βράχια.
Το Muriwai βρίσκεται περίπου 17 χιλιόμετρα δυτικά του Kumeu , 42 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης του Ώκλαντ, στο νότιο άκρο μιας αδιάσπαστης 50 χιλιομέτρων παραλίας που εκτείνεται μέχρι την ακτή της Τασμανίας στο στόμιο του λιμανιού της Kaipara.






Η ξεχωριστή μαύρη άμμος της παραλίας Muriwai
Το Surfing είναι το κύριο χόμπι στο Maukatia (κόλπος Maori) και στην παραλία Muriwai. Άλλα αθλήματα που απολαμβάνουν τα Maukatia περιλαμβάνουν αλεξίπτωτο πλαγιάς και αλεξίπτωτο, ειδικά όταν επικρατεί νοτιοδυτικός άνεμος παρέχει ευνοϊκές συνθήκες.






Η αλιεία είναι επίσης δημοφιλής, αν και επικίνδυνη σε πολλά μέρη.
Το περπάτημα Μπους ενθαρρύνεται, με πλατφόρμες στη θέση του και το "Χιλάρι" ακολουθεί το Muriwai.






Υπάρχουν πολλά μονοπάτια ορεινής ποδηλασίας στα πεύκα, κυρίως μονοπάτια προς τα κάτω και freeride.
Η παραλία χρησιμοποιήθηκε εκτενώς για αγώνες αυτοκινήτων από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1940.






Η ιππασία είναι δημοφιλής κατά μήκος της παραλίας, καθώς και μέσω των εκτεταμένων διαδρομών πίσω από τους αμμόλοφους. Η πρόσβαση είναι επίσης διαθέσιμη μέσω του Woodhill Forest Equestrian Park. 






Η παραλία Muriwai έχει μαύρη άμμο , που οφείλεται στην περιεκτικότητα σε σίδηρο που προέρχεται από τα αρχαία ηφαίστεια της περιοχής, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου "ηφαιστείου Kaipara" που βρισκόταν στην ανοικτή θάλασσα από τους αρχηγούς του Kaipara και ξέσπασε πριν από 23-16 εκατομμύρια χρόνια. Η μαύρη άμμος μετακινείται προς τη δυτική ακτή του βόρειου νησιού. Η περιοχή έχει διατηρήσει μεγάλο μέρος της φυσικής ομορφιάς και της απομόνωσης.











Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Panzerbike


Panzerbike
Η μεγαλύτερη μοτοσικλέτα εν δράση.

V12 Μοτοσικλέτα με κινητήρα ντίζελ






Το "Panzerbike" τροφοδοτείται από κινητήρα ντίζελ V12
Ένα τέρας με κινητήρα ντίζελ V12 με 620 ίππους και sidecar που τροφοδοτείται από μια σοβιετική δεξαμενή T-55.
Αυτή η γιγάντια μοτοσικλέτα έχει κατασκευαστεί από γερμανούς κατασκευαστές. Ο Tilo Niebel και οι ποδηλάτες του αποφάσισαν πως η κατασκευή μίας μηχανής που θα παρέπεμπε στο παρελθόν, θα ήταν ένα συγκλονιστικό επίτευγμα και όπως φαίνεται δεν τα πήγαν καθόλου άσχημα.







Ο κινητήρας, δωδεκακύλινδρος (V12) προέρχεται από ένα σοβιετικό άρμα μάχης T-55 και σίγουρα χρειάζεται τα 620 άλογα που αποδίδει δεδομένου ότι το βάρος αυτής της κολοσσιαίας κατασκευής είναι 4300 κιλά, δηλαδή πάνω από τέσσερις τόνους! 
Συνολικά, η μοτοσικλέτα έχει μήκος περίπου 19 πόδια και πλάτος 9 πόδια. Σύμφωνα με τον Niebel, αν η κατασκευή αυτή πάθει κάποια βλάβη στον δρόμο, θα χρειαστεί τη βοήθεια ενός εξίσου γιγάντιου γερανού για να την σηκώσει.













Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

The Cotton Castle

The Cotton Castle
Pamukkale
Το κάστρο από βαμβάκι




Το Pamukkale , που σημαίνει "κάστρο βαμβάκι" στα τουρκικά , είναι μια φυσική περιοχή στην επαρχία Denizli στη νοτιοδυτική Τουρκία . Η περιοχή είναι γνωστή για τις θερμές πηγές της και τις τεράστιες λευκές βεράντες της τραβερτίνης , ένα ανθρακικό άλας που αφήνεται από το ρέον νερό.  Βρίσκεται στην περιοχή του Εσωτερικού Αιγαίου της Τουρκίας , στην κοιλάδα του ποταμού Menderes , η οποία έχει ένα εύκρατο κλίμα για το μεγαλύτερο μέρος του έτους.






Η αρχαία ελληνορωμαϊκή πόλη της Ιεράπολης χτίστηκε πάνω από το λευκό κάστρο που είναι συνολικά περίπου 2.700 μέτρα μήκος, 600 μέτρα πλάτος και 160 μέτρα ύψος. Μπορεί να δει από τους λόφους στην αντίθετη πλευρά της κοιλάδας στην πόλη Denizli , 20 χιλιόμετρα μακριά.






Γνωστή ως Pamukkale (Κάστρο Βαμβάκι) ή αρχαία Ιεράπολη (Ιερά Πόλη), αυτή η περιοχή έχει σχηματίσει τις ιαματικές πηγές της από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας . Το τουρκικό όνομα αναφέρεται στην επιφάνεια του αστραφτερού, ασβεστωμένου ασβεστόλιθου, που διαμορφώθηκε πάνω από χιλιετίες από πλούσιες σε ασβέστιο πηγές. 






Βράζοντας αργά κάτω από τη μεγάλη πλαγιά του βουνού, πλούσια σε μεταλλικά νερά αφρού και συλλέγονται σε βεράντες, που διαχέονται πάνω από καταρράκτες σταλακτιτικών σε γαλακτώδεις πισίνες κάτω. Ο θρύλος λέει ότι οι σχηματισμοί είναι βαμμένο βαμβάκι (η κύρια καλλιέργεια της περιοχής) που οι γίγαντες έμειναν έξω για να στεγνώσουν. 






Ο τουρισμός είναι και υπήρξε μια μεγάλη βιομηχανία στην περιοχή εδώ και χιλιάδες χρόνια, λόγω της έλξης των θερμικών πισίνων. Πρόσφατα στα μέσα του 20ου αιώνα, τα ξενοδοχεία χτίστηκαν πάνω από τα ερείπια της Ιεράπολης, προκαλώντας σημαντικές ζημιές. 







Ένας δρόμος προσέγγισης χτίστηκε από την κοιλάδα πάνω από τις βεράντες, και τα μοτοποδήλατα επιτρέπεται να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν στις πλαγιές. Όταν η περιοχή ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, τα ξενοδοχεία κατεδαφίστηκαν και ο δρόμος αφαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε με τεχνητές πισίνες. 











Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Cristo Redentor



Cristo Redentor
Ο Χριστός ο Λυτρωτής

Άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή







Η πόλη των αντιθέσεων με τις φαβέλες από τη μια και τις εξωτικές παραλίες της Κόπα Καμπάνα και της Ιπανέμα από την άλλη, έχει ως έμβλημά της το άγαλμα του Χριστού.
Η θέα είναι μαγευτική. Οι επισκέπτες για να φτάσουν στην κορυφή του όρους Κορκοβάντο πρέπει να ανέβουν 200 σκαλοπάτια. Όσοι όμως δεν αντέχουν την ανάβαση, μπορούν να χρησιμοποιήσουν ανελκυστήρες και κυλιόμενες σκάλες.
Το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή με τα χέρια ανοιχτά σχεδίασε ο Βραζιλιάνος μηχανικός Heitor da Silva Costa και το δημιούργησε ο Γάλλος γλύπτης Paul Landowski. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί η κατασκευή του. Τα αποκαλυπτήρια του έγιναν στις 12 Οκτωβρίου 1931. Θεωρείται ένα από τα σύγχρονα θαύματα του κόσμου.








Το Άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή (Cristo Redentor στα πορτογαλικά) είναι ψηλό άγαλμα το οποίο εικονίζει τον Ιησού Χριστό με απλωμένα τα χέρια και βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Κορκοβάντο (Corcovado), πάνω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, στο εθνικό πάρκο του Δάσους Τιζούκα (Tijuca). Στέκεται με απλωμένα τα χέρια σαν να καλωσορίζει τον κόσμο, σε ύψος 710 μέτρων. Έχει ύψος 32 μέτρα, ζυγίζει 1.000 τόνους και μάλιστα είναι εγκατεστημένο με τρόπο ώστε να ατενίζει την πόλη του Ρίο.







Το άγαλμα θεμελιώθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1931. Είχε διοργανωθεί εντυπωσιακή τελετή εγκαινίων παρουσία του προέδρου της τοπικής κυβέρνησης Τζετούλιο Βάργκα και του καρδινάλιου Σεμπαστιάο Λέμε. Οι οργανωτές και οι εμπνευστές του μνημειώδους αγάλματος ήθελαν να εντυπωσιάσουν το κοινό από την πρώτη μέρα που θα στηνόταν στην κορυφή του βουνού. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το φωτισμό του αγάλματος του Χριστού εκείνη την ημέρα είχαν σχεδιάσει να ανάψει με τρόπο φαντασμαγορικό: τα φώτα θα τα άναβε ο πρωτοπόρος Γουλιέλμος Μαρκόνι από το αγκυροβολημένο σκάφος του στη Νάπολι της Ιταλίας. Θα έστελνε ηλεκτρικό σήμα σε ένα σταθμό στο Ντόρτσεστερ της Αγγλίας και αυτό με τη σειρά του θα μεταφερόταν σε μια κεραία στο Jacarepagua στο Ρίο, απ' όπου θα άναβαν τα φώτα του αγάλματος. Ωστόσο, ο καιρός δεν βοήθησε, το σήμα ήταν αδύναμο, και τα φώτα τα άναψαν οι τεχνικοί του Ρίο.








Η ιδέα για το μνημείο
Λεπτομέρεια του προσώπου του αγάλματος όπου φαίνεται το ψηφιδωτό της κατασκευής.
Από το 1850 είχε στο μυαλό της η θρησκευτική ηγεσία στο Ρίο την ιδέα να κατασκευαστεί ένα μεγάλο άγαλμα πάνω στο βουνό Κορκοβάντο. Μεταξύ του 1850 και 1860, ο καθολικός ιερέας Μαρία Μπος ζήτησε οικονομική βοήθεια από την πριγκίπισσα Ιζαμπέλ της Πορτογαλίας προκειμένου να ανεγείρει ένα θρησκευτικό μνημείο. Η πριγκίπισσα ωστόσο δεν πολυσκέφτηκε την ιδέα. Έτσι, τα σχέδια για θρησκευτικό μνημείο ακυρώθηκαν το 1889 όταν η Βραζιλία έγινε δημοκρατία και η Εκκλησία διαχωρίστηκε από την πολιτεία.







Η πρόταση για ένα αξιοθέατο πάνω στο βουνό επανήλθε το 1921. Τότε ο αρχιεπίσκοπος του Ρίο ντε Τζανέιρο οργάνωσε μία Εβδομάδα Μνημείων (Semana do Monumento) προκειμένου να προσελκύσει δωρεές κυρίως από καθολικούς της Βραζιλίας. Τα σχέδια για το άγαλμα του Χριστού περιελάμβαναν μεταξύ άλλων έναν σταυρό και ένα άγαλμα του Χριστού ο οποίος θα κρατούσε μια σφαίρα στα χέρια του. Τελικά επελέγη το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή με τα χέρια ανοιχτά. Αλλά και πάλι δεν ήταν όλα έτοιμα για την ανέγερσή του. Το 1922 πολίτες και κληρικοί συγκέντρωσαν 20.000 υπογραφές και με αυτόν τον τρόπο ζήτησαν από τον πρόεδρο Επιτάσιο Πεσόα την ανέγερση του αγάλματος.







Ανέγερση
Ο θεμέλιος λίθος για το μεγάλο οικοδόμημα μπήκε στο βουνό Κορκοβάντο στις 4 Απριλίου 1922. Ο Βραζιλιάνος μηχανικός Έτορ Ντα Σίλβα Κόστα ήταν αυτός που επελέγη για να επιβλέψει την κατασκευή του αγάλματος, ενώ τα σχέδια ήταν του Γάλλου γλύπτη Πολ Λαντοβσκί. Μάλιστα, ο μηχανικός ταξίδεψε στην Ευρώπη για να μελετήσει τα θέματα κατασκευής και εκεί επέλεξε τον γλύπτη Λαντοβσκί. Οι εργασίες για την ανέγερση του Χριστού Λυτρωτή διήρκεσαν συνολικά 5 χρόνια, από το 1926 έως το 1931. Σύμμαχος των εμπνευστών του έργου ήταν ο σιδηρόδρομος του Κορκοβάντο. Όπως αποδείχτηκε ήταν ιδανικός για να μεταφερθούν εύκολα και με ασφάλεια οι μεγάλοι ογκόλιθοι για την κατασκευή του αγάλματος πάνω στο βουνό. Η πέτρα για το μνημείο προέρχεται από την πόλη Λίμχαμ (προάστιο του Μάλμε) της Σουηδίας. Όταν ολοκληρώθηκε, ήταν το μεγαλύτερο γλυπτό αρτ ντεκό στον κόσμο.


Σήμερα η ανάβαση των επισκεπτών στο βουνό για να δουν το άγαλμα γίνεται πλέον με σύγχρονα μέσα, με ανελκυστήρες που προσφέρουν πανοραμική θέα και κυλιόμενες σκάλες. Έτσι, οι επισκέπτες δεν αντιμετωπίζουν πλέον τη δυσκολία να ανέβουν τα 220 σκαλιά για να φτάσουν στη βάση του αγάλματος. Τρεις είναι οι πανοραμικοί ανελκυστήρες που ανεβάζουν τους επισκέπτες στο άγαλμα του Χριστού. Ο καθένας μπορεί να μεταφέρει 14 άτομα. Η πρόσβαση στους ανελκυστήρες είναι εύκολη και γι' αυτούς που φτάνουν με αυτοκίνητο και γι' αυτούς που φτάνουν με τρένο. Επιπλέον, υπάρχουν και τέσσερις κυλιόμενες κλίμακες πλάτους 4 μέτρων, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν έως και 9.000 επισκέπτες την ώρα. Η μόνη δυσκολία που έχουν να ξεπεράσουν πλέον οι τουρίστες, είναι το πώς θα καταφέρουν να έχουν μέσα στη φωτογραφία ολόκληρο το άγαλμα. Και αυτό διότι είναι τόσο ογκώδες και ψηλό που πρέπει να ξαπλώνουν στο έδαφος για να το φωτογραφίσουν. Τους αποζημιώνει ωστόσο η εκπληκτική θέα από την κορυφή. Στη βάση του αγάλματος υπάρχει σήμερα ένα μικρό παρεκκλήσι.

















Ο μεγαλοπόδαρος

Ο μεγαλοπόδαρος
Ένα ον που προβληματίζει τους επιστήμονες.




Το πλέον διάσημο πλάσμα της Κρυπτοζωολογίας (κλάδος της ζωολογίας η οποία μελετάει την τυχόν ύπαρξη παράξενων και πολλές φορές αλλόκοτων πλασμάτων που έχουν καταγραφεί)είναι ο τύπος του πιθηκόμορφου ογκώδους όντος το οποίο ζει σε δασικές και ορεινές περιοχές σε όλο τον κόσμο. Σε κάθε μέρος του κόσμου που εμφανίζεται γίνεται μύθος και παίρνει και διαφορετικό όνομα όπως: στα Ιμαλάια ονομάζεται Yeti στα βραχώδη όρη λέγεται Bigfoot και στην βόρεια Αμερική Sasquatch. Στις περιοχές που εμφανίζεται έχει γίνει θρύλος και φόβητρο για παιδιά και μεγάλους. Αυτά τα ανθρωπόμορφα όντα εμφανίζονται σε περιοχές του πλανήτη με έντονη βλάστηση και αχανείς εκτάσεις όπου μπορούν να κρύβονται , όπως είναι η Σιβηρία και οι χιονισμένες βουνοπλαγιές των Ιμαλαΐων. Οι εμφανίσεις αυτών των όντων αξίζει να σημειωθεί ότι είναι αρκετές.






 Υπάρχει τελικά ο Μεγαλοπόδαρος; Τι λένε οι επιστήμονες της Οξφόρδης

Στη Βόρεια Αμερική τον λένε Μεγαλοπόδαρο και στα Ιμαλάια Γέτι. Υπάρχει, όμως, το πλάσμα αυτό στην πραγματικότητα;

Ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή γενετικής Μπράιαν Σάικς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δίνουν την απάντηση.
Το εν λόγω «εξωτικό» πλάσμα είναι πολύ πιο κοινότοπο, καθώς μια ανάλυση DNA από δεκάδες δείγματα που υποτίθεται ότι προέρχονται από το τρίχωμά του, έδειξε ότι δεν είναι παρά τρίχες από κοινά ζώα, όπως αρκούδες, άλογα, αγελάδες, σκύλους, λύκους και κατσίκια.






Ο ισχυρισμός, δηλαδή, περί ύπαρξης του μεγαλοπόδαρου είναι απλά... τρίχες!
Συγκεκριμένα, όπως δημοσιεύεται στο περιοδικό βιολογίας Proceedings of Royal Society B, ανάμεσα στις υποτιθέμενες τρίχες του Γέτι, εκτός από τις τρίχες διαφόρων ζώων, υπήρχαν επίσης ανθρώπινες τρίχες, χορτάρια και υαλονήματα.
«Μην τα παρατάτε, ο Γέτι μπορεί ακόμη να βρίσκεται εκεί έξω», δήλωσε ο Μπράιαν Σάικς, αν και, όπως είπε, όταν ξεκίνησε τη νέα έρευνα, συλλέγοντας δείγματα από μουσεία και ιδιώτες, υπολόγιζε ότι η πιθανότητα επιτυχίας ήταν μόλις 5%.






Όπως ανέφερε, δεν απέκλειε να βρεθεί το γενετικό «αποτύπωμα» κάποιου Νεάντερταλ, ο οποίος μπορεί να έχει επιβιώσει ακόμη κάπου κρυμμένος και να αποτελεί την πηγή για όλες αυτές τις ιστορίες που εξάπτουν τη φαντασία των ανά τον κόσμο φίλων της λεγόμενης κρυπτο-ζωολογίας.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι, από τη μια, έχουν υπάρξει αρκετές αναφορές για θεάσεις μυστηριωδών πλασμάτων ή για εύρεση ασυνήθιστων αποτυπωμάτων στα χιόνια και στα δάση, που δείχνουν ότι πιθανώς υπάρχουν σε διάφορες περιοχές του κόσμου μεγάλα ακόμη άγνωστα πρωτεύοντα.






Από την άλλη, όμως, όπως επισημαίνουν, ούτε σώματα, ούτε πρόσφατα απολιθώματα έχουν βρεθεί που να στηρίζουν αυτή την υπόθεση.
Τελικά, το πιο ενδιαφέρον εύρημα της γενετικής ανάλυσης προέκυψε από δύο δείγματα τριχώματος αρκούδας από το Μπουτάν και τα Ινδικά Ιμαλάια, τα οποία είναι πολύ συγγενικά με το DNA μιας προϊστορικής πολικής αρκούδας που ζούσε στην περιοχή πριν από 40.000 χρόνια - και κάποιος άγνωστος έως σήμερα απόγονός της ίσως κρύβεται κάπου εκεί.








Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ancient giant trees

Ancient giant trees
Αρχαία γιγάντια δένδρα 

Αρχαία δέντρα πολύ υψηλοτέρα από τα ποιό ψηλότερα κτήρια.

Τα γιγαντιαία δέντρα, τα μεγαλύτερα που βρέθηκαν στην γη, βρίσκονται στην επαρχία Humboldt της Καλιφόρνιας.





Επιστήμονες υπολόγισαν και επαλήθευσαν πειραματικά ότι, καθώς τα δέντρα έφθασαν στο ύψος των 425 ποδών, δεν μπορούσαν να αντλήσουν νερό από το έδαφος συνεπώς  αντλούσαν όλο και λιγότερα ύδατα και θρεπτικά συστατικά μέχρι τη νέα ανάπτυξη σε αυτό το επίπεδο.
Παράλληλα η μέγιστη ανάπτυξη των δένδρων περιοριζόταν από τη βαρύτητα και την τριβή.







Ο επιστήμονας George Koch και οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι έχουν καθιερώσει το ανώτατο όριο για το ύψος των δένδρων. Σε άρθρο με τίτλο "Όρια μελέτης μέγιστου ύψους δέντρων", από τον Jonathan Amos, το οποίο εμφανίστηκε στο BBC News Online τον Απρίλιο του 2004, το μέγιστο ύψος δέντρου είναι περίπου 425 πόδια.







Το 1938, μερικοί επιστήμονες εικάζουν ότι η γη συρρικνώθηκε και η βαρύτητα μαζί με αυτό εξαιτίας ενός τεράστιου απολιθωμένου πεύκου, πολύ ψηλά πάνω από τα τριακόσια μέτρα, που βρέθηκε στο Απολιθωμένο Δάσος του Ουράνιου Τόξου στην Αριζόνα.
Στο άρθρο με τίτλο (Πρόσφατες ανακαλύψεις στο απολιθωμένο δάσος οδηγεί στην πίστη αυτή η παλιά σφαίρα είναι βαθμιαία συμβαλλόμενη)  (Ogden πρότυπο-εξεταστής, 13 Φεβρουαρίου 1938) διάφοροι επιστήμονες συζήτησαν την ιδέα ότι τότε το απολιθωμένο δέντρο με το τεράστιο ριζικό σύστημα ζούσε στη γη, η περιφέρειά της ήταν περίπου 30.000 μίλια αντί των σημερινών 25.000. Η μεγαλύτερη γη θα ασκούσε εξασθενημένη (ασθενέστερη) βαρυτική δύναμη στα δέντρα και τα ζώα εκείνης της εποχής.







Σύμφωνα με τους επιστήμονες που αναφέρονται στο άρθρο,
"Δεδομένου ότι το πρόσφατα ανακαλυφθέν απολιθωμένο δέντρο είναι από το είδος Araucarias, μια μορφή πεύκου η οποία, όταν ο σφρίγος της τρέχει, έχει σημαντικό βάρος, πιθανότατα ζυγίζει ανά γραμμικό πόδι όσο τα σημερινά μικρότερα δέντρα και ως εκ τούτου φαίνεται να δείχνει ότι ο μαγνητισμός και η δύναμη της βαρύτητας της γης κατά την εποχή της αύξησής της ήταν πιο διαλυμένες, μια ένδειξη ότι η ίδια η γη διέθετε μεγαλύτερη διάμετρο ».







Αυτά τα απολιθωμένα δέντρα είχαν μετατραπεί σε όνυχα, ιάσιρ, αχάτη, καρνεόλη και χαλκηδόνια. Σήμερα, οι γιγάντιοι κολοκυθοί είναι οι πρωταγωνιστές της ανάπτυξης. Οι διάφορες ποικιλίες του Araucarias δεν αναμενόταν να φτάσουν στα ίδια υψηλά ύψη.

Η ανακάλυψη που προκάλεσε αυτή την επιστημονική ενδοσκόπηση πραγματοποιήθηκε το 1938.
Αυτό που οι συντάκτες είχαν παραβλέψει στην εξεύρεση ενός απολιθωμένου 300 ποδιών συν το δέντρο της ποικιλίας Araucarias, είναι ότι ένα πολύ μεγαλύτερο δέντρο είχε ήδη ανακαλυφθεί στο Texas από ομοσπονδιακούς γεωλόγους.







είχε ανακαλυφθεί σε απολιθωμένο δάσος στο Τέξας. Σύμφωνα με ένα άρθρο την Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 1927 στην εφημερίδα Port Arthur News. Σύμφωνα με το άρθρο, το δάσος βρίσκεται σε μια σχεδόν απρόσιτη περιοχή σε μια κοιλάδα του Big Bend, σχεδόν 100 μίλια μακριά από το πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό εκείνη την εποχή.
Το δάσος αποκαλούταν ανέκαθεν ως το μεγαλύτερο Απολιθωμένο Δάσος γνωστό στον άνθρωπο.







Ένας κορμός δέντρου μετράται 896 πόδια σε μήκος και οι όρθιοι κορμοί είναι τόσο μεγάλοι που φαίνονται από απόσταση να είναι μεγάλες συμμετρικές στήλες φυσικού πετρώματος. 
Οι ομοσπονδιακοί γεωλόγοι έχουν επισκεφθεί αυτή την μακρινή κοιλάδα, η οποία χωρίζεται από ένα βαθύ δρόμο που οδηγεί στο Rio Grande. 













Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

The Flintstone House

The Flintstone House
Το εντυπωσιακό σπίτι των Flintstone 

Αυτό το εντυπωσιακό σπίτι των Flintstone που στοιχίζει $4,2 εκατ.




Θα θέλετε να ζήσετε σαν τον Fred Flintstone; Ακόμα και αν δεν ζείτε στο Bedrock, την εποχή του λίθου, μπορείτε να ζήσετε όπως ο Fred και η Wilma στο Σαν Φρανσίσκο;






«Το σπίτι των Flintstone», που βρίσκεται στο Hillsborough στο μοντέρνο προάστιο του Σαν Φρανσίσκο, τέθηκε προς πώληση έναντι 4,2 εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με γραφείο ακινήτων του Σαν Φρανσίσκο.






Η τιμή αυτή δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη για το ακίνητο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον αυτοκινητόδρομο 280 σε μία από τις πλουσιότερες κοινότητες στην Αμερική. 






Η πόλη έχει το υψηλότερο εισόδημα από οποιονδήποτε άλλο δήμο των ΗΠΑ, με πληθυσμό τουλάχιστον 10.000 κατοίκων. 






Η μέση τιμή πώλησης για τα σπίτια στο Hillsborough από τις 15 Μαΐου έως τις 15 Αυγούστου έφτασε τα 3,55 εκατ. δολ.






Η κουζίνα έχει σχεδιαστεί από τον αρχιτέκτονα Eugene Tsui, ο οποίος χρησιμοποίησε «βιολογικό» σχεδιασμό με αναμμένες κόγχες και περιβλήματα συσκευών, γυάλινους πάγκους που περιβάλλονται με διαγώνια μεταλλικά αγκάθια, αιωρούμενες ξύλινες πόρτες, συρτάρια και ντουλάπια. 






Η πόρτα δημιουργήθηκε από τον διάσημο καλλιτέχνη του Burning Man, Dan Das Mann και το σαλόνι έχει χτιστά καθίσματα.











Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Super fast Japan bullet train

Super fast Japan bullet train
Το γρηγορότερο τρένο του κόσμου αγγίζει τα 640 χλμ την ώρα.




Το πρωτότυπο ιαπωνικού τρένου ηλεκτρομαγνητικής ανύψωσης ή αλλιώς αντιστροφής του μαγνητικού τόξου,  έφθασε την ταχύτητα ρεκόρ των 603 χιλιομέτρων/ ώρα, με δυνατότητα να αγγίξει τα 640 για πρώτη φορά στον κόσμο, ανακοίνωσε η εταιρεία Central Japan Railways.
Η δοκιμή έγινε με επιβάτες και το τρένο έφθασε στην ταχύτητα των 603 χλμ/ώρα για διάστημα 10,8 δευτερολέπτων στο εσωτερικό ενός τούνελ, ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος της ιαπωνικής εταιρείας κάνοντας λόγο για μία παγκόσμια πρωτιά.






Η δοκιμή πραγματοποιήθηκε σε ειδική σιδηροδρομική γραμμή στο Γιαμανάσι της κεντρικής Ιαπωνίας, όπου αναπτύσσεται εδώ και χρόνια η τεχνολογία «maglev» και στόχος του ήταν η δοκιμή της σταθερότητας του τρένου ακόμη και σε μία ταχύτητα που υπερβαίνει κατά πολύ την ταχύτητά που θα χρησιμοποιείται στα κανονικά δρομολόγια.
Η δοκιμή συνέτριψε το προηγούμενο ρεκόρ των 590 χλμ./ώρα, αναπτύσσοντας ταχύτητα περισσότερων των 10χλμ./λεπτό, 170 μέτρων/δευτερόλεπτο.






Η Central Japan Railways κατασκευάζει νέα σιδηροδρομική γραμμή στη διαδρομή Τόκιο-Ναγκόγια, η οποία θα δοθεί στην κυκλοφορία το 2027. Τα τρένα θα κινούνται στη διαδρομή με ταχύτητα 500 χλμ/ώρα διανύοντας σε 40 λεπτά μία απόσταση 286 χιλιομέτρων για να συνδέσουν το Τόκιο με την βιομηχανική πόλη Ναγκόγια, έδρα της αυτοκινητοβιομηχανίας Toyota.
Το κόστος του έργου θα ανέλθει στα 5.523,6 δισεκατομμύρια γεν (42,5 δισεκατομμύρια ευρώ). Στη συνέχεια, η γραμμή που ονομάζεται «Linear chuo Shinkasen» θα επεκταθεί κατά 153 χιλιόμετρα μέχρι την Οζάκα.








Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Καφενείον η ωραία Ελλάς

Καφενείον η ωραία  Ελλάς




Διαθέτει αρώματα καφέ, γλυκών του κουταλιού, ούζου, τηγανιού και τσιγάρου. Στους χαρακτηριστικούς θορύβους του το κελάρυσμα των ζαριών, τα πούλια που χτυπούν πάνω στο ξύλο με θεατρικότητα, ο ελαστικός ήχος του χαρτιού τής τράπουλας όταν πέφτει με βία στο τραπέζι, το ντιντίνισμα των ποτηριών όταν τσουγκρίζουν.
Το έχει ύμνησε ο Αθάνατος Νίκος Ξυλούρης στους στοίχους του Κ.Χ. Μαύρη και ντυμένο με την εξαίρετη μουσική του μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου. 

Στο καφενείον "Η ΕΛΛΑΣ" ο σαλτιπάγκος
πουλά τα νούμερα φτηνά
δραχμή τα ακροβατικά
οι αλυσίδες δωρεάν
το πήδημα θανάτου δυο δραχμές
χωρίς σκοινιά, περάστε κόσμε.

Ασώματος η κεφαλή περάστε κόσμε
τη βρήκανε στην Αφρική
καπνίζει, πίνει και πονά
τρελαίνεται για μουσική
χορεύει με τα μάτια δυο δραχμές
ποιος θα τη δει; Περάστε κόσμε.

Στο καφενείον "Η ΕΛΛΑΣ" οι θεατρίνοι
μ’ ασετυλίνη και κεριά
την Γκόλφω παίζουν στα παιδιά
με φουστανέλες δανεικές
και δάκρυ πληρωμένο δυο αυγά
και τρεις δραχμές, περάστε κόσμε.

Όμως ποιό ήταν στην πραγματικότητα το καφενείο η Ελλάς;





«Ωραία Ελλάς». 
Το καφενείο που έριχνε κυβερνήσεις και οι υπουργοί έστελναν ακόμη και μπράβους για να ξυλοκοπήσουν τους αντιφρονούντες θαμώνες του.
Για περίπου σαράντα χρόνια, το καφενείο «Ωραία Ελλάς» υπήρξε το πολυτελές στέκι των καπετάνιων του 1821, ξένων διπλωματών, περιηγητών, πολιτικών, ποιητών, αλλά και των υπολοίπων Αθηναίων. Ήταν το σημείο της πόλης όπου συνέρρεαν όλοι για να μάθουν τα νέα της ημέρας. Το καφενείο βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Αιόλου, στο ισόγειο της οικίας Βρυζάκη. Συνδέθηκε κυρίως με την περίοδο του Όθωνα και του Γεωργίου Α΄ και λειτούργησε από το 1839, όταν το πρωτοάνοιξε ο ιταλός Σάνδον. Τις ημέρες της δόξας όμως, τις γνώρισε όταν πέρασε στα χέρια του Παναγή Βενετσάνου. Ο χώρος του καφενείου ήταν άνετος. Σε ειδικό χώρο οι θαμώνες κάπνιζαν τους ναργιλέδες ή τα τσιμπούκια τους. Στην αίθουσα δίπλα από τους θεριακλήδες υπήρχε ένα μπιλιάρδο στο οποίο έπαιζαν κυρίως οι Ευρωπαίοι πελάτες ή ξένοι περιηγητές. Φυσικά διάβαζαν τις εφημερίδες τους και συζητούσαν για τους βουλευτές . Οι απόψεις τους ήταν βαρόμετρο για τους πολιτικούς, που συχνά έστελναν εκεί τα τσιράκια τους για να προβάλλουν το έργο τους και να προσελκύσουν ψηφοφόρους. Σε ατιτλοφόρητο φυλλάδιο του 1863, ο συντάκτης έγραφε ότι το καφενείο, «δύναται να θεωρηθεί ως η κεντρική διεύθυνσις της εκκλησίας του λαού. Εκεί δικάζονται βασιλείς και υπουργοί, εκεί αποκαλύπτονται επιτηδείως πρόσωπα και ενέργειες, εν αυτώ η νεότης αντιτάσσει την οιστρήλατον ευφυΐαν της εις τας αυστηράς κρίσεις των γερόντων». Συχνά πολλοί νέοι που περνούσαν από το καφενείο και ήταν αντίθετοι με το καθεστώς της μοναρχίας, κρατούσαν στα χέρια τους την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και διάβαζαν φωναχτά τους λόγους του Μιραμπό και του Ροβεσπιέρου. 






Οι συζητήσεις των αντιμοναρχικών νέων συνεχίζονταν συνήθως στα γραφεία του αντιπολιτευόμενου φύλλου «Το μέλλον της Πατρίδας», που θεωρούνταν ως η νοητή επέκταση του πολιτικού καφενείου. Στην Ωραία Ελλάδα άρχιζαν ή κατέληξαν διάφορες κινητοποιήσεις, όπως για παράδειγμα τα Σκιαδικά που κατέληξαν σε σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα σε φοιτητές και την αστυνομία. Το όνομα του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου συνδέθηκε με την Ωραία Ελλάδα, εξαιτίας της δράσης που είχε αναπτύξει εναντίον του Όθωνα. Ο Σούτσος είχε δημοσιεύσει τότε το τρίτο φυλλάδιο της «Τρίτης Σεπτεμβρίου», με το οποίο κατηγορούσε για πολλά θέματα τον πρωθυπουργό Ανδρέα Μεταξά και μέλη της κυβέρνησης. Οι υπουργοί που διάβαζαν τις σκληρές κριτικές του απάντησαν βίαια, στέλνοντας μπράβους να χτυπήσουν τον Σούτσο μέσα στο καφενείο Ωραία Ελλάς. Ο ποιητής τελικά συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση, ενώ οι υποστηρικτές του οργάνωσαν εκδηλώσεις συμπαράστασης μέσα στο χώρο του καφενείου. Η Αιόλου στην συμβολή με την Ερμού (1905) Ο κύκλος των ρομαντικών ποιητών Η Ωραία Ελλάς πάντως υπήρξε και σημείο συνάντησης πολλών ρομαντικών ποιητών της εποχής που δημιούργησαν τον δικό τους κύκλο, όπως οι Παράσχος, Βασιλειάδης, Παπαρρηγόπουλος, Ορφανίδης και άλλοι. Το 1862, λίγο πριν από την έξωση του Όθωνα, απαγορεύτηκε για μικρό χρονικό διάστημα η λειτουργία του καταστήματος, καθώς το καφενείο σχεδόν είχε εξελιχθεί σε λέσχη καρμπονάρων. Η αστυνομία θεωρούσε ότι ο χώρος ήταν επικίνδυνος εξαιτίας των ιδεών που διακινούνταν από τους αντιμοναρχικούς πελάτες, οι οποίοι έκαιγαν τα φύλλα της φιλοβασιλικής εφημερίδας «Ελπίς». Δέκα χρόνια αργότερα, η αίθουσα μπιλιάρδου είχε μετατραπεί σε χρηματιστήριο, όπου με τα Λαυρεωτικά ο κόσμος αγόραζε μετοχές φούσκες και τελικά έχασε τα λεφτά του. Υστερα από λίγο, το ιστορικό καφενείο έπαψε να λειτουργεί. Το κλείσιμο της Ωραίας Ελλάδας προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις, καθώς η εξαφάνισή του από την καθημερινότητα των Αθηναίων, αποτέλεσε για τον τύπο της εποχής «βέβηλη» πράξη. Στη θέση του άνοιξε το καλοκαίρι του 1879 εμπορικό κατάστημα με μάλλινα είδη κρατώντας όμως την ίδια ονομασία. Το καφενείο Ωραία Ελλάς, επαναλειτουργεί Μητροπόλεως 59,Μοναστηράκι με υπέροχη θέα στον βράχο της Ακρόπολης , πάνω από την Πανδρόσου και την Ρωμαϊκή Αγορά!




Το καφενείο τώρα είναι στέκι πολιτισμού και απόλαυσης στο Μοναστηράκι με μοναδική θέα στον Παρθενώνα και το Ερεχθείο. Ο καφές είναι στη χόβολη.











Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Οσία Μαρία η Αιγυπτία
Η μνήμη της Οσίας γιορτάζεται την 1ην Απριλίου.




Στό Ἁ­γι­ο­λό­γιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­να­φέ­ρον­ται ἄν­θρω­ποι, ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­οι στή ζω­ή τους ἁ­μάρ­τη­σαν καί μά­λι­στα πο­λύ. Ἦλ­θε ὅ­μως ὁ και­ρός πού δέ­χθη­καν τήν ἐπί­σκε­ψη τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος, με­τάνιω­σαν καί ἐ­πέ­στρε­ψαν στόν Θε­ό. Ἔ­ζη­σαν στό ἑ­ξῆς ζω­ή θε­ά­ρε­στη, ζω­ή ἁ­γνό­τη­τος καί ἁ­γι­ό­τη­τος. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας τούς ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἁ­γί­ους καί τούς προ­βάλ­λει ὡς πα­ρά­δειγ­μα με­τα­νοί­ας. Κλασ­σι­κή πε­ρί­πτω­ση ἡ ὁ­σί­α Μα­ρί­α ἡ Αἰ­γύ­πτια. Αἰ­γύ­πτια ὀ­νο­μά­ζε­ται, δι­ό­τι γεν­νή­θη­κε στήν Αἴ­γυ­πτο τόν Δ΄ μᾶλ­λον αἰ­ώ­να μ.Χ. (345;). Ὁ Θε­ός τήν προί­κι­σε μέ σπά­νια σω­μα­τι­κά προ­σόν­τα. Αὐ­τά ὅ­μως τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ δέν τά χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἡ Μα­ρί­α γιά τή δό­ξα του, ἀλ­λά,  ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα, τά κατα­σπα­τά­λη­σε στήν ἀ­σω­τί­α. Ἀ­πό τήν ἡ­λι­κί­α τῶν δώ­δε­κα ἐ­τῶν συν­δέ­θη­κε μέ τήν ἁ­μαρ­τί­α, ἔγινε ἡ περιβόητη ἁμαρτωλή γυναίκα τῆς Αἰγύπτου. Γο­νεῖς καί ἱ­ε­ρεῖς προ­σπά­θη­σαν μέ κά­θε μέ­σο νά πεί­σουν τή νε­α­ρή κό­ρη νά σω­φρο­νι­σθεῖ καί ν’ ἀλ­λά­ξει ζω­ή. Αὐ­τή ὅ­μως ὄ­χι μό­νο δέν κα­τα­νό­η­σε τή ση­μα­σί­α τῶν συμ­βου­λῶν, ἀλ­λά μέ τήν πρό­ο­δο τῆς ἡ­λι­κί­ας κάλ­πα­ζε πρός τήν ἁ­μαρ­τί­α, ὥ­στε νά ἀ­πο­τε­λεῖ γιά τήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί τήν Αἴ­γυ­πτο ἰ­σχυ­ρό­τα­το ἠ­θι­κό πει­ρα­σμό.

Ποι­ός θά πε­ρί­με­νε μέ­σα στήν ἁ­μαρ­τω­λή αὐ­τή γυ­ναί­κα καί πα­ρά τίς φο­βε­ρές ἠ­θι­κές πα­ρε­κτρο­πές της νά δι­α­τη­ρεῖ­ται κά­ποι­α ἀ­γα­θή δι­ά­θε­ση; Αὐ­τή τήν ἀ­γα­θή δι­ά­θε­ση εἶ­δε ὁ Θε­ός καί, ὡς εὔ­σπλαγ­χνος Πα­τέ­ρας, τήν κά­λε­σε μέ τρό­πο θαυ­μα­στό σέ με­τά­νοι­α καί σω­τη­ρί­α. Μιά μέ­ρα τοῦ 375 εἶ­δε ἡ Μα­ρί­α στήν προ­κυ­μαί­α τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας νά εἶ­ναι συγκεντρωμέ­νος κό­σμος πο­λύς. Κι ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε, ὅ­τι ὅ­λος αὐ­τός ὁ κό­σμος, ἄν­θρω­ποι δι­α­φό­ρων ἡ­λι­κι­ῶν, ἑ­τοι­μά­ζον­ται νά ἐ­πι­βι­βα­σθοῦν σέ πλοῖ­α, γιά νά ἑ­ορ­τά­σουν στά Ἱεροσόλυμα τήν ἑ­ορ­τή τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἀ­κο­λου­θή­σει κι αὐ­τή. Δέν γνω­ρί­ζου­με τόν σκο­πό καί τό κί­νη­τρο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἡ Μα­ρί­α θέ­λη­σε νά ἀ­κο­λου­θή­σει τούς προ­σκυ­νη­τές. Ἐ­κεῖ­νο πού γνω­ρί­ζου­με, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­πό τή στιγ­μή ἐ­κεί­νη ὁ Θε­ός ὁ­δη­γοῦ­σε τά βή­μα­τά της.






Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή.
Όταν ήταν 12 χρονών ξέφυγε από την προσοχή των γονιών της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού.
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, ένοιωσε 3 έως 4 φορές κάποιαν αόρατη δύναμη μέσα της, που την εμπόδιζε να μπει, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα.
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές.
Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν.
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα.
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη.
Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια από τις πιο εξαίρετες γυναικείες ασκητικές μορφές είναι και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Κάθε χριστιανός που θα διαβάσει τη ζωή της θα αντλήσει πολύ ωφέλιμα διδάγματα.
Επί 17 χρόνια ζούσε άσωτα μέσα στην ακολασία και την αμαρτία. Από μικρή παρασύρθηκε από το κακό της αμαρτίας και παρέσυρε κι' άλλους σ΄ αυτή.
Στα Ιεροσόλυμα με Θεϊκήν επέμβαση αλλάζει σκέψεις και παίρνει νέες αποφάσεις που τις εκτελεί. Αποβάλλει τον παλαιόν άνθρωπο και φορά τον καινούργιο. Η αμαρτία της δημιούργησε πολλά ψυχικά τραύματα κι' έτσι έφυγε στην έρημο για να κλείσει και να αποβάλλει τις κακίες των πράξεων και να εξαφανίσει το ρύπο που της προκάλεσε η ακολασία. Μετανόησε, έκλαψε, πόνεσε, νήστεψε και προσευχήθηκε. Μεγάλοι οι αγώνες της κα σκληρή η πάλη εναντίον των παθών της. Πολλές οι δυσκολίες, οι ταλαιπωρίες της μέσα στην έρημα, μα τις αντιμετώπισε όλες με ηρωισμό. Τους πολλούς πειρασμούς τους εξουδετέρωσε με αυτοθυσία. Και ο Κύριος άκουσε τους στεναγμούς και τα δάκρυά της, και δέχτηκε τη μετάνοιά της κι έγινε η οσία Μαρία που πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία.
Κι' εσύ, χριστιανέ μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το ποιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στη ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού.

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ
Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ
Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς, που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο, που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ' όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο όνομα).
Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν' αποκτήσει εγκράτεια σ' όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ' αυτό το σκοπό που έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν τη διδασκαλία του.
Ανάμεσα στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Αυτός, λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια. Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ' όλα τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά, αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι' άλλοι δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι' αυτούς βγες από τη γη σου και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους Πατριάρχες, και πήγαινε σ' εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό».
Αμέσως, λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ' εκείνο το μοναστήρι του Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι' αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη στους μοναχούς μετάνοια κι' έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω. Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ' εκίνησε να επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε παρέμεινε σ' εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ' αυτούς, θα νέκρωνε το σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό.
Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ, αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω.
Τη πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο, βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ' αυτόν, για να την έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα.
Όταν αυτά γινόντουσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι» καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που βρισκόντουσαν σ' αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο.
Καθένας δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας απαράβατος σ' αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο, αλλά και αν κάποτε ένας απ' αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ' αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ' άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό.
Έτσι λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν' αρέσει στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που γίνονται με σκοπό ν' αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ' αυτόν.
Τότε και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη, μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη.
Νωρίς δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε, καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν' ακούσει το λόγο του Θεού. Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες, όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι' αφού στράφηκε προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ' ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ
Ενώ δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού κι' έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ' όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για να γνωρίσει σπουδαία πράγματα.
Όταν δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε έφευγε.
Επειδή ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά - σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε. Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ' αυτή την έρημο, στάσου κι' ευλόγησέ με».
Ενώ ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε: «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ' όνομά του και σοφός καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα' όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα.
Έβγαλε το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι' αυτή έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το: «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα' όνομά μου, και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει να μ' ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω ανάγκη από τη δική σου τελειότητα».
Αφού υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε: «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;»
Ο δε Ζωσιμάς είπε σ' αυτή: «Μ' ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο Χριστός χάρισε σ' όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι' αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το κάνω με προθυμία»

ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
Αφού είπε αυτά η γυναίκα, στράφηκε προς την ανατολή και αφού σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται, ψιθυρίζοντας, αλλά δεν ακουόταν καμιά φωνή. Γι' αυτό ο Ζωσιμάς δεν άκουε τίποτε, στεκόταν δε, όπως έλεγε, γεμάτος με πολύ φόβο και βλέποντας προς τα κάτω, χωρίς να λέει τίποτα. Επειδή δε εκείνη καθυστέρησε αρκετά στην προσευχή, αυτός, αφού σηκώθηκε λίγο από τη γονυκλισία, είδε ότι εκείνη είχε ανυψωθεί έναν πήχυ πάνω από τη γη και προσευχόταν, αιωρούμενη στον αέρα.
Όταν είδε αυτό ο Ζωσιμάς φοβήθηκε περισσότερο και έπεσε στο έδαφος και από τη πολλή αγωνία του περιλούστηκε από ιδρώτα. Σε κανένα δεν τολμούσε να πει τίποτα, μόνο δε στον εαυτό του έλεγε συνεχώς το «Κύριε ελέησον». Βρισκόμενος δε ξαπλωμένος στη γη ο Γέροντας σκανδαλιζόταν σκεφτόμενος: «Μήπως είναι πνεύμα και υποκρίνεται ότι προσεύχεται;» Αφού δε η γυναίκα ήλθε κοντά του, τον σήκωσε λέγοντάς του: «Γιατί, Αββά, σε ταράσσουν οι λογισμοί; Μήπως σκανδαλίστηκες εξ αιτίας μου, ότι τάχα είμαι πνεύμα και υποκρίνομαι ότι προσεύχομαι; Μάθε άνθρωπε, ότι είμαι αμαρτωλή γυναίκα, αλλ' είμαι οχυρωμένη με το άγιο βάπτισμα και δεν είμαι πνεύμα, αλλά γη και στάκτη». Και αφού είπε αυτά, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το μέτωπο, τα μάτια, τα χείλη, και το στήθος λέγοντας: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, ας μας ελευθερώσει από το πονηρό και τις παγίδες του».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ
Όταν άκουσε και είδε όλ' αυτά ο Ζωσιμάς, έπεσε στο έδαφος και αφού άγγιξε τα πόδια της, είπε δακρύζοντας: «Σε ορκίζω στο όνομα του Χριστού, του Θεού μας, ο Οποίος γεννήθηκε από την Παρθένα, να μην κρύψεις από τον δούλο σου ποια είσαι, από πού , πότε και με ποιο τρόπο ήλθες εδώ στην έρημο και κατοίκησες. Μη μου κρύψεις τίποτα που σε αφορά, αλλά διηγήσου μου τα όλα, για να φανερωθούν τα μεγαλεία του Θεού. Γιατί σοφία κρυμμένη και θησαυρός που δεν φαίνεται δε ωφελούν σε τίποτε, όπως είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή. Πες μου τα λοιπόν, όλα για χάρη του Κυρίου μας, γιατί δεν πρόκειται να τα πεις για να καυχηθείς η να επιδειχτείς, αλλά για να με πληροφορήσεις τον αμαρτωλό και ανάξιο, πιστεύοντας ότι ο Θεός, για τον οποίο ζεις, γι' αυτό το λόγο με οδήγησε σ' αυτή την έρημο, για να μου φανερώσεις δηλαδή όσα σχετίζονται με σένα. Επομένως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να φέρουμε αντίσταση στα σχέδια του Θεού, διότι αν δεν ήταν θέλημα Θεού να σε γνωρίσω και να μάθω πως αγωνίσθηκες, τότε δεν θα άφηνε να σε δει κανείς, ούτε και θα βοηθούσε να κάνω τόσο δρόμο, εγώ που δεν κατόρθωσα να βγω από το κελλί μου».

Η ΟΣΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ
Αφού είπε όλ' αυτά και άλλα ο Αββάς Ζωσιμάς, τον πλησίασε η γυναίκα και αφού τον σήκωσε απ' ην γη του είπε: «Ντρέπομαι, Αββά μου, να σου διηγηθώ τα έργα μου, γιατί είναι γεμάτα ντροπή, αλλά επειδή είδες γυμνό το σώμα μου, για να γνωρίσεις καλά όσο αμαρτωλή είναι η ψυχή μου. Είναι λάθος που νόμισες ότι δεν ήλθα να σου διηγηθώ τα όσα με αφορούν, τάχα για να μη καυχηθώ, και τι να καυχηθώ που έγινα όργανο του διαβόλου; Γνωρίζω όμως ότι, όταν αρχίσω την διήγησή μου, θα αναγκαστείς να φύγεις από κοντά μου, όπως φεύγει ένας από το φίδι, μη θέλοντας να ακούσεις τις κακές μου πράξεις. Και όμως θα σου τα διηγηθώ, χωρίς να παραλείψω τίποτε, σε εξορκίζω όμως προηγουμένως να μην σταματήσεις να προσεύχεσαι ίσως βρω έλεος από το Θεό κατά την μέρα της Κρίσης».
Και ενώ τα δάκρυα του Γέροντα έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς σταματημό, άρχισε η γυναίκα τη διήγησή της:
«Εγώ αδελφέ, έχω πατρίδα την Αίγυπτο. Ενώ ακόμα ζούσαν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, τους άφησα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πολύ νωρίς παρασύρθηκα σε πράξεις αμαρτωλές και διάφθειρα την παρθενία μου, επειδή επιδόθηκα στο πάθος της πορνείας. Επί δεκαεφτά χρόνια, συγχώρησέ με, υπήρξα άσωτη δημόσια και έγινα πειρασμός για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έκανα, ειλικρινά σας λέω, όχι για να κερδίζω χρήματα, παρ' όλο που πολλοί μου έδιναν αλλ' εγώ δεν τα έπαιρνα, αλλά για να έρχονται πολλοί σε μένα και να ικανοποιούν το πάθος μου. Και μη νομίσεις ότι δεν δεχόμουνα χρήματα γιατί ήμουν πλούσια. Αντίθετα, ζούσα από χειρωνακτική εργασία, έκλωθα ρόκα. Είχα δε ακόρεστην επιθυμία και ακατάσχετον έρωτα, εξ αιτίας των οποίων κυλιόμουν στο βόρβορο. Μάλιστα δε μου φαινόταν ότι αυτή είναι η ζωή, να εκτελώ τη βρισιά της φύσης». Έτσι λοιπόν ζούσα, οπότε ένα καλοκαίρι είδα πολύν κόσμον από τη Λιβύη και Αίγυπτο, που κατευθύνονταν προς τη θάλασσα και ρώτησα ένα απ' αυτούς για να πληροφορηθώ που πήγαιναν. Εκείνος μου απάντησε: «Πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα γιατί μετά από λίγες μέρες θα γιορταστεί η ύψωση του Τιμίου Σταυρού». Είπα τότε σ' αυτόν: «Άραγε δε με παίρνουν κι' εμένα μαζί τους, αν τους ακολουθήσω;» Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Αν έχεις τα ναύλα και τα έξοδά σου, κανένας δε θα σ' εμποδίσει». Είπα τότε σ' αυτόν: «Πραγματικά, ούτε για ναύλα ούτε για άλλα έξοδα έχω χρήματα, και θα μπω σ' ένα πλοίο, προσφέροντας το σώμα μου για αντάλλαγμα αυτών». Γιατί, ο σκοπός που ήθελα να πάω, (συγχωρέστε με Αββά μου)ήταν για να βρω πολλούς εραστές του πάθους μου. Σου τα είπα, Αββά Ζωσιμά, μη μ' αναγκάσεις να σου πω τη ντροπή των έργων μου, γιατί φρίττω, τα γνωρίζει ο Θεός, επειδή θα μολύνω και σένα και τον αέρα λέγοντας όλα τα έργα μου».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΤΗΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΟΛΑ
Ο Ζωσιμάς βρέχοντας με δάκρυα το έδαφος της απάντησε: «Λέγε Μητέρα Οσία, και μη διακόψεις τη συνέχεια της ωφέλιμης αυτής διήγησης». Εκείνη δε πάλι, παίρνοντας το λόγο, πρόσθεσε τα εξής: «Εκείνος ο νέος, αφού άκουσε τα αισχρά λόγια μου, έφυγε γελώντας. Εγώ δε, αφού έρριψα τη ρόκα μου, που κρατούσα, κατά τύχη τότε, έτρεξα προς τη θάλασσα, που είδα να τρέχουν οι άλλοι. Εκεί διάκρινα δέκα η περισσότερους νέους, ωραίους και με σφριγηλό σώμα, που μου φάνηκαν ότι ικανοποιούσαν το σκοπό που επεδίωκα. Στεκόντουσαν δε, και περίμεναν κι' άλλους συνεπιβάτες, γιατί κι' άλλοι που πήγαν μπροστά, μπήκαν μέσα στα πλοία, τότε, εγώ, αφού πήδηξα με αναίδεια στο μέσο τους είπα: «Πάρτε και μένα όπου θα πάτε και σας πληροφορώ ότι δεν θα αποδειχθώ άχρειστη». Μετά, αφού είπα πιο αισχρά ακόμα λόγια, τους έκαμα όλους να γελούν. Εκείνοι δε, αφού αντελήφθηκαν τις αναιδείς διαθέσεις μου, με οδήγησαν στο πλοίο που ήταν έτοιμο, γιατί εν τω μεταξύ έφτασαν κι' εκείνοι, που περίμεναν».
«Όσα δε έγιναν ύστερα, πώς να σου τα διηγηθώ άνθρωπέ μου; Ποια γλώσσα μπορεί να εξιστορήσει η ποια αυτιά ν' ακούσουν, όσα συνέβηκαν μέσα στο πλοίο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Δεν υπάρχει είδος ασέλγειας, που να μην έγινε μάλιστα αναγκάζοντάς τους εγώ εκείνους τους άθλιους να την κάνουν».
«Και τώρα Αββά μου, εκπλήσσομαι, πως η θάλασσα ανέχθηκε τις ασέλγειές μου! Πως δεν άνοιξε η γη το στόμα της, για να με καταπιεί ζωντανή ο Άδης, που παγίδεψα τόσες πολλές ψυχές! Αλλά, καθώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε τη μετάνοιά μου, γιατί δεν θέλει το θάνατο αμαρτωλού, αλλά περιμένει με μακροθυμία για να δεχτεί την επιστροφή του. Έτσι λοιπόν με τόση πολλή βία, φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα. Όσες δε μέρες πριν τη γιορτή έμεινα στην πόλη, η ζωή μου υπήρξε η ίδια, μάλλον δε χειρότερη, γιατί δεν αρκέστηκα μόνο σ' αυτούς τους νέους που μαζί τους ασελγούσα στο πλοίο, αλλά και πολλούς πολίτες και ξένους μόλυνα».

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Όταν έφτασε η μέρα της Αγίας Ύψωσης του Σταυρού κι' επρόκειτο να τελεστεί η γιορτή, εγώ μεν, όπως και προηγουμένως, κυνηγώντας ψυχές νέων. Είδα δε ότι, πολύ πρωΐ τη μέρα εκείνη όλοι έτρεχαν στην εκκλησία, οπότε έτρεξα κι' εγώ να πάω μαζί μ' αυτούς. Ήλθα λοιπόν, μαζί τους στο προαύλιο της εκκλησίας και όταν ήλθε η ώρα της Θείας Ύψωσης, προσπαθούσα να μπω, και μέχρι μεν της εξώπορτας, με πολύ κόπο κατόρθωσα να πλησιάσω η ταλαίπωρη. Όταν δε πάτησα το κατώφλι της πόρτας ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανενόχλητα, εμένα κάποια Θεία δύναμη με εμπόδιζε, που δεν μου επέτρεπε να μπω».
«Επειδή δε νόμιζα ότι εξ αιτίας, της γυναικείας αδυναμίας μου συνέβηκε αυτό, αναμιγνυόμουνα με τους άλλους και έσπρωχνα προς τα εμπρός, αλλά μάταια κοπίαζα. Γιατί, όταν πια το άθλιο μου πόδι πάτησε το κατώφλι της πόρτας, όλους τους άλλους δέχτηκε η εκκλησία, εμένα όμως τη δυστυχισμένη δεν δεχότανε: αλλά, όπως ακριβώς αν υπήρχε παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα για ν' αποκλείσει την είσοδο, έτσι κάποια δύναμη με εμπόδιζε και πάλι όταν βρισκόμουν στο προαύλιο».
«Αυτό συνέβηκε τρεις και τέσσερις φορές και όταν πλέον κουράστηκα και δεν μπορούσα άλλο να σπρώχνω και να σπρώχνομαι, έφυγα απ' εκεί και πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά της αυλής. Όταν δε συνήλθα, αντελήφθηκα την αιτία, που με εμπόδιζε να δω το ζωοποιό ξύλο. Γιατί άγγιζε τα μάτια της ψυχής μου ο σωτήριος λόγος, που μου υπέδειξε ότι ο βόρβορος των έργων μου ήταν η αιτία να κλείσει σε μένα η είσοδος της εκκλησίας».
«Άρχισα τότε να κλαίω, να οδύρομαι και να κτυπώ το στήθος μου, βγάζοντας στεναγμούς από τα βάθη της καρδιάς μου. Ενώ δε έκλαια, είδα πάνω από το τόπο που στεκόμουνα, την εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου, και είπα σ' αυτήν: «Παρθένα Δέσποινα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την αγία εικόνα Σένα της Αειπαρθένης, Σένα της Αγνής, Σένα της οποίας το σώμα και η ψυχή είναι καθαρή και αμόλυντη, εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά είναι δίκαιο να με μισείς και ν' αποστρέφεσαι την άσωτη. Επειδή όμως, καθώς άκουσα γι' αυτό το λόγο, ο Θεός που Τον γέννησες, έγινε άνθρωπος για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, βοήθα με, που είμαι μόνη και δεν έχω κανένα να μου συμπαρασταθεί. Διάταξε να επιτραπεί και σε με η είσοδος στην εκκλησία για να δω το άγιο Ξύλο, πάνω στο οποίο έδωσε το αίμα του ο Γιός σου για τη δική μου σωτηρία. Διάταξε, ν' ανοίξει και για με η πόρτα της Θείας προσκύνησης του Σταυρού και βάζω στο Γιό σου, σαν εγγυήτρια αξιόχρεη, Σένα. Γιατί πλέον δεν πρόκειται να λερώσω το σώμα μου μ' οποιαδήποτε αισχρή πράξη, αλλά όταν δω το ξύλο του Σταυρού του Γιού σου, θ' αποστραφώ αμέσως το κόσμο και όλα τα κοσμικά και όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου Εσύ, σαν εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με οδηγήσεις».
«Όταν είπα αυτά, η πίστη μου θερμάνθηκε και πήρα θάρρος από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αφού δε έφυγα από το μέρος εκείνο, όπου προσευχήθηκα, ανεμίχθηκα μ' εκείνους που έμπαιναν στην εκκλησία και κανένας πια δεν υπήρχε που να με σπρώχνει. Πλησίασα την πόρτα, χωρίς κανένα εμπόδιο, οπότε με έπιασε φρίκη και έκσταση και όλο το σώμα μου έτρεμε. Όταν δε έφτασα στη πόρτα που ως τότε ήταν κλεισμένη για μένα, κάθε δύναμη, που προηγουμένως εμπόδιζε την είσοδό μου, τότε εξαφανίστηκε. Έτσι μπήκα χωρίς κόπο, στα Άγια των Αγίων και αξιώθηκα να δω το ζωοποιό Σταυρό και τα μυστήρια του Θεού, ο Οποίος ήταν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοιά μου. Αφού λοιπόν έπεσα κάτω και προσκύνησα το άγιο εκείνο έδαφος, βγήκα έξω κι' έτρεξα στην εγγυήτριά μου. Όταν έφτασα στον τόπο εκείνο που υπογράφτηκε το χειρόγραφο της εγγύησης, γονάτισα μπροστά, στην εικόνα της Αειπάρθενης και της είπα αυτά τα λόγια:

Η ΟΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Εσύ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, μου έδειξες τη φιλανθρωπία Σου, Εσύ δεν επεριφρόνησες τη δέηση της ανάξιας δούλης σου. Είδα δόξα που δικαιολογημένα δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός , ο οποίος δέχεται με τη μεσιτεία Σου τη μετάνοια των αμαρτωλών. Ήλθε λοιπόν η στιγμή να εκπληρώσω τη συμφωνία. Οδήγησέ με όπου θέλεις, γίνε δάσκαλος της σωτηρίας μου καθοδηγώντας με στο δρόμο της μετάνοιας».
«Τότε ακούστηκε μια φωνή από μακρυά που φώναζε: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη θα βρεις καλή ανάπαυση».
Εγώ τότε άκουσα αυτή τη φωνή πίστεψα ότι σε μένα απευθυνόταν και με δάκρυα στα μάτια φώναξα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μην με εγκαταλείπεις».»Όταν δε φώναξα αυτά, βγήκα από την αυλή της εκκλησίας και άρχισα αμέσως να περπατώ»
«Ενώ δε έβγαινα με είδε κάποιος και μου έδωσε τρία νομίσματα, με τα οποία αγόρασα τρία ψωμιά. Αφού ζήτησα και πήρα πληροφορίες, βγήκα από την πύλη της πόλης, που έβγαζε στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισα με κλάματα την οδοιπορία. Γύρω στη δύση του ήλιου έφτασα στο ναό του Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη και αφού προσκύνησα πρώτα, πήγα ύστερα στον ποταμό, όπου έβρεξα τα χέρια και το πρόσωπό μου, και ακολούθως μετάλαβα των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε άφαγα μισό ψωμί, ήπια νερό από τον Ιορδάνη και κοιμήθηκα στο έδαφος».
«Την άλλη μέρα βρήκα στο μικρό πλοίο, που με πέρασε στο απέναντι μέρος, όπου ζήτησα πάλι την οδηγό μου, για να με οδηγήσει όπου αυτή θα έκρινε ωφέλιμο. Έτσι ήλθα σ' αυτή την έρημο και από τότε μέχρι σήμερα παραμένω εδώ, προσδεχόμενη το Θεό, ο Οποίος διασώζει όλους εκείνους που επιστρέφουν σ' Αυτόν».

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ
Ο δε Ζωσιμάς είπε προς αυτή: «Πόσα χρόνια έχεις, Μητέρα Οσία, που κατοικείς εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Σαράντα επτά, όπως μου φαίνεται, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη». Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Και από πού βρίσκεις τροφή, ώ κυρία μου;» Είπε η γυναίκα: «Πέρασα τον Ιορδάνη ποταμό με δυόμισυ ψωμιά, που αφού ξηράνθηκαν έγιναν σαν πέτρες και μ' αυτά τράφηκα ορισμένα χρόνια». Της είπε δε αυτός: «Και έτσι πέρασες τόσα πολλά χρόνια χωρίς να σε ταράξει κανένας πειρασμός;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Με ρώτησες Αββά Ζωσιμά, πράγμα για το οποίο φρίττω και να αναφέρω γιατί αν θυμηθώ τα όσα υπόφερα και τους πειρασμούς που με πρόσβαλλαν, φοβούμαι μήπως και πάλιν προσβληθώ απ' εκείνους «. Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Μην, αφήσεις, κυρία μου, τίποτα, που να μην το αναφέρεις, γιατί αφού σε ρώτησα γι' αυτά πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα με κάθε λεπτομέρεια».
Εκείνη, δε του απάντησε: «Πίστευε, Αββά Ζωσιμά, ότι πέρασα 17 χρόνια σ' αυτή την έρημο παλεύοντας εναντίον των παραλόγων επιθυμιών μου, γιατί κάθε φορά που γευόμουν τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια, που υπήρχαν στην Αίγυπτο, ως και το κρασί που μου άρεσκε, όταν ήμουν στον κόσμο. Ενώ εδώ, ούτε νερό είχα να πιώ και γι' αυτό υπόφερα φοβερά από την έλλειψή του. Επίσης μου ερχόταν η επιθυμία για τα αισχρά τραγούδια, που πάντοτε μ' αναστάτωνε και μ' έσπρωχνε για να τραγουδώ τα τραγούδια των δαιμόνων, που είχα μάθει. Αμέσως όμως, με δάκρυα στα μάτια και με κτυπήματα στο στήθος, έφερα στη σκέψη μου τη συμφωνία που υπόγραψα πηγαίνοντας στην έρημο. Παρευρισκόμουνα νοερά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Θεοτόκου, της αναδόχου μου και την παρακαλούσα με δάκρυα να διώξει τους λογισμούς, που βασάνιζαν την άθλια μου ψυχή. Όταν δε δάκρυζα πολλήν ώρα και κτυπούσα το στήθος μου, έβλεπα από παντού να λάμπει γύρω μου φως και από τότες, μετά την τρικυμία, βασίλευε ειρήνη μέσα μου».
«Τους λογισμούς δε που με ωθούσαν και πάλι στην πορνεία, πώς να σου τους διηγηθώ, Αββά; Μια φωτιά άναβε μέσα στην ταλαίπωρη καρδιά μου, που μ' εφλόγιζε ολόκληρη και ερέθιζε την επιθυμία της πορνείας. Αμέσως δε μόλις με πρόσβαλλε τέτοιος λογισμός, έπεφτα στη γη και έβρεχα με δάκρυα το έδαφος, επειδή νόμιζα ότι, αυτή που μου εγγυήθηκε, παρευρισκόταν ενώπιον μου, σαν προστάτης και μου επέβαλλε τιμωρίες για την παραβίαση».
«Δεν σηκωνόμουνα από τη γη, έστω κι' αν περνούσε το εικοσιτετράωρο, μέχρις ότου το φως εκείνο, το γλυκό, έλαμπε γύρω μου και έδιωχνε τους λογισμούς που μ' ενοχλούσαν. Τα μάτια λοιπόν, της ψυχής μου είχα συνεχώς στραμμένα προς την εγγυήτριά μου, από την οποία ζητούσα να με βοηθήσει στο πέλαγος αυτό της ερήμου που βρισκόμουνα. Πραγματικά είχα αυτή τη βοήθεια και έτσι πέρασα το διάστημα αυτό των δεκαεπτά χρόνων παλεύοντας εναντίων εκατομμυρίων κινδύνων. Από τότε δε μέχρι τώρα η Βοηθός μου παραστέκεται σ' όλα και με κάθε τρόπο με καθοδηγεί».
Είπε δε ο Ζωσιμάς σ' αυτή: ‘Δεν βρέθηκες λοιπόν, σ' ανάγκη τροφής η ενδύματος;» Εκείνη δε του απάντησε: «Καθώς σου ανέφερα αφού ξόδεψα τα ψωμιά εκείνα, κατά την διάρκεια των δεκαεφτά χρόνων τρεφόμουνα με βότανα και άλλα πράγματα που έβρισκα στην έρημο. Το ιμάτιο, που είχα, όταν πέρασα τον Ιορδάνη, καταστράφηκε κι' έτσι ένοιωθά πολύ κρύο την νύχτα και ζέστη τη μέρα. Τόσο δε καιρό καιόμουνα από τη παγωνιά, ώστε πολλές φορές συνέβηκε να πέσω κάτω και να μείνω σχεδόν ακίνητη και αναίσθητη, είχα δε να παλέψω εναντίον πολλών και ποικίλων συμφορών και ανήκουστων πειρασμών. Από τότε δε μέχρι σήμερα η ποικίλη δύναμη του Θεού διατηρούσε την αμαρτωλή ψυχή μου, και εννοώ τα διάφορα κακά, από τα οποία μ' εγλύτωσε ο Κύριος. Έχοντας δε σαν τροφή ανέξοδο την ελπίδα της σωτηρίας μου, τρεφόμουνα και σκεπαζόμουνα με τα λόγια του Θεού, που εξουσιάζει τα σύμπαντα, γιατί καθώς είπε «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».
«Επειδή δε ο Ζωσιμάς άκουσε ότι και αποφθέγματα από την Αγία Γραφή ανάφερε, τόσον από τον Μωυσή, όσο και από τον Ιώβ και από το βιβλίο των ψαλμών, της είπε: Διάβασες ώ κυρία μου, ψαλμούς η άλλα βιβλία;» Εκείνη δε, χαμογέλασε και είπε στο Γέροντα: «Πίστεψέ, άνθρωπέ μου, ότι δεν είδα άλλον άνθρωπό από τότε που πέρασα τον Ιορδάνη, εκτός από το δικό σου πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα θηρίο η ζώο από τότε που κατοίκησα σ' αυτήν την έρημο. Επομένως δεν έμαθα καθόλου γράμματα, ούτε και άκουσα κανένα να ψάλλει η να διαβάζει. Αλλά ο λόγος του Θεού, που είναι ζωντανός και ενεργός, αυτός διδάσκει τον άνθρωπο. Ως εδώ τελειώνει η διήγησή μου. Τώρα δε σε εξορκίζω στον ενανθρωπήσαντα λόγο του Θεού να εύχεσαι για μένα την αμαρτωλή».
Αφού εκείνη είπε αυτά, ο Γέροντας βιάστηκε να βάλει μετάνοια, κράζοντας δακρυσμένος:» Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος μου έδειξες όσα χαρίζεις σ' εκείνους που σε φοβούνται. Γιατί αλήθεια δεν εγκαταλείπεις Κύριε, εκείνους που Σε εκζητούν».

Η ΟΣΙΑ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ
Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη μετάνοια, αλλά είπε σ' αυτόν: «Όλ' αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ' όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».
«Απορούσε δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη, που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου, πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι' αυτό σε παρακαλώ, μην παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ' όταν σου επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να προσεύχεται και γι' αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ' αυτό.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
Και καθ' όλο εκείνο το χρόνο, ο Γέροντας ησύχαζε, χωρίς να τολμά να πει σε κανένα τίποτα, απ' όσα είδε, παρακαλούσε μόνο από μέσα του το Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στεναχωριόταν δε και λυπόταν πάρα πολύ, όταν σκεφτόταν τη χρονική περίοδο, ήθελε δε, αν ήταν δυνατό, ο χρόνος να γινότανε μία μέρα. Όταν δε έφτασε η Κυριακή που θα άρχιζαν οι ιερές νηστείες, αμέσως μετά την καθιερωμένη ευχή, όλοι μεν οι άλλοι βγήκαν ψάλλοντες, αυτός όμως αρρώστησε και αναγκάσθηκε να μείνει στο Μοναστήρι, οπότε θυμήθηκε την Οσία, που του είπε: «Αν θέλεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό». ¨όταν δε πέρασαν λίγες μέρες ανέλαβε από την αρρώστεια και παρέμεινε το Μοναστήρι.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ' ένα μικρό ποτήρι το Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί, φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε επέστρεψε;»
Αφού είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω εκείνο που πεθυμούσα κι' έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε σ' άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την ευχήν της Οσίας».

Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ
Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ' όπου ερχόταν. Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.
Αλλά συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό, οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα, όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε η Οσία του είπε:
«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ' αυτήν: «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».
Ενώ έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».
Τότε λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ' εκείνο τον χείμαρρο, όπου με συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο. Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι' αυτή την αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού, όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν ρώτησε να μάθει τα' όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον ερχόμενο χρόνο.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ
Όταν δε πέρασε ο χρόνος, ο Ζωσιμάς ήλθε πάλι στην έρημο κα πήγε να δει εκείνο το παράδοξο θέαμα. Αφού περπάτησε όλο το δρόμο και έφτασε στο τόπο που ζητούσε κοίταξε δεξιά, και αριστερά, προσπαθώντας να συλλάβει σαν έμπειρος κυνηγός το θήραμά του. Επειδή όμως δεν έβλεπε πουθενά τίποτα να κινείται άρχισε να κλαίει πικρά και αφού σήκωσε το βλέμμα ψηλά προσευχήθηκε λέγοντας: «Δείξε, μου Δέσποτα το θησαυρό, δηλαδή τον επίγειο Άγγελο, του οποίου ο κόσμος δεν είναι άξιος». Και ενώ ευχόταν αυτά, έφτασε στο γνωστό τόπο, όπου βρήκε την Οσία νεκρή με σταυρωμένα τα χέρια και στραμμένη προς την ανατολή και αφού Έτρεξε κοντά της έπλυνε τα πόδια με τα δάκρυά του, γιατί δεν τολμούσε σε κανένα άλλο μέρος να την αγγίξει.
Αφού λοιπόν δάκρυσε αρκετά και είπε τους κατάλληλους ψαλμούς, ανέπεμψε επιτάφια ευχή κα είπε από μέσα του: «Μήπως πρέπει να θάψω το λείψανο της Οσίας; Ή μήπως όχι, γιατί δεν της αρέσει αυτό;», Και ενώ σκεφτόταν αυτά, είδε κοντά στην κεφαλή της χαραγμένες στη γη λέξεις: «Αββά Ζωσιμά, θάψε σ' αυτό τον τόπο το λείψανο της Μαρίας και προσευχήσου στο Θεό για μένα, που πέθανα το μήνα Φαρμαιθί (Απρίλιο), την πρώτη εκείνη νύκτα του σωτηρίου Πάθους, κατά την οποία κοινώνησα». Όταν ο Γέροντας τα διάβασε, χάρηκε που έμαθε το όνομα της Οσίας και έμαθε ότι μόλις κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια ήλθε σ' αυτό το μέρος για να περπατήσει, με πολύ κόπο, η Μαρία τον κάλυψε σε μιάν ώρα και αμέσως μετά παρέδωσε τη ψυχή της στο Θεό.

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΗΣ
Δοξάζοντας δε το Θεό και βρέχοντας το σώμα της Μαρίας με δάκρυα είπε από μέσα του: «Είναι ώρα πετεινέ Ζωσιμά, να εκτελέσεις τη διαταγή, αλλά πως θα βγάλεις, ταλαίπωρε, λάκκο, χωρίς να έχεις κανένα μέσο στα χέρια σου;» Και αφού είπε αυτά, είδε πιο πέρα ένα μικρό ξύλο πεταμένο στη γη, που αφού το πήρε άρχισε να σκάβει. Επειδή όμως το έδαφος ήταν σκληρό δεν σκαβότανε , έτσι ο Γέροντας υπόφερε κοπιάζοντας και ιδρώνοντας. Μια στιγμή αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του και αφού σήκωσε το πρόσωπο, είδε ένα μεγάλο λιοντάρι να στέκει δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλύφει τα ίχνη της.
Αυτός μόλις είδε το θηρίο, τρόμαξε από φόβο αλλ' όταν θυμήθηκε τα λόγια της Οσίας, που είπε ότι ουδέποτε είδε θηρίο, έκαμε το σημείο του Σταυρού και πίστεψε ότι η δύναμη της Οσίας θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο. Το δε λιοντάρι αφού ήλθε κοντά στον Γέροντα τον έγλυφε στα πόδια. Τότε ο Ζωσιμάς αφού στράφηκε σ' αυτό είπε: «Επειδή ώ θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το λείψανό της και επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ να σκάψω λάκκο (αλλ' ούτε και κανένα εργαλείο κατάλληλο έχω, γι' αυτό το σκοπό, και ούτε μπορώ να επιστρέψω και να το φέρω εξ' αιτίας της μεγάλης απόστασης), άνοιξε εσύ το λάκκο με τα νύχια σου, για να αποδώσουμε στη γη το λείψανο της Οσίας». Αμέσως μετά τα λόγια του Γέροντα, το λιοντάρι έσκαψε με τα μπροστινά του πόδια λάκκο, όσο χρειαζόταν για τη ταφή του σώματος.
Ο Γέροντας, αφού και πάλι έπλυνε με δάκρυα τα πόδια της Οσίας και αφού την παρακάλεσε πολύ να πρεσβεύει προς τον Θεό υπέρ πάντων σκέπασε το σώμα με χώμα, ενώ παρευρισκόταν και το λιοντάρι. Κάλυψε δε το σώμα της Οσίας μ' εκείνο το σχισμένο ιμάτιο, που της είχε ρίξει από πίσω της ο Ζωσιμάς τη πρώτη φορά ου τη συνάντησε και από τότε η Μαρία κάλυπτε μ' αυτό ορισμένα μέρη του σώματός της.
Ύστερα αναχώρησαν και οι δυό, και το μεν λιοντάρι προχώρησε σαν πρόβατο στο εσωτερικό της ερήμου, ο δε Ζωσιμάς γύρισε πίσω στο Μοναστήρι ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, διηγήθηκε δε όλα στους μοναχούς, χωρίς ν' αποκρύψει τίποτα, απ' όσα είδε κι' άκουσε. Εκείνοι δε όταν άκουσαν αυτά τα μεγαλεία του Θεού, υπερθαύμασαν και με πολύ φόβο και πόθο τηρούσαν τη μνήμη της Οσίας. Ο δε ηγούμενος Ιωάννης, αφού ερεύνησε και βρήκε σύμφωνα με τα λόγια της Οσίας μερικά σφάλματα στο μοναστήρι, φρόντισε και τα διόρθωσε, για να μη βγει και σ' αυτό το θέμα άχρηστος ή μάταιος ο λόγος της Οσίας. Στο μοναστήρι δε τούτο πέθανε και ο Αββάς Ζωσιμάς, σε ηλικία 100 χρονών.